Μπαίνω στην αίθουσα και ακούω φωνές από παντού, όμως δεν καταλαβαίνω τίποτα.

Πόσες φορές βρέθηκα σε ένα παρόμοιο μέρος; — Στις εγκαταστάσεις ενός συλλόγου ή μιας μη κερδοσκοπικής οργάνωσης, που βοηθά άτομα με ποικίλες ανάγκες — ανάπηρους, παιδιά με ειδικές ανάγκες, ανύπαντρες μητέρες, ορφανά, ηλικιωμένους και βέβαια και πρόσφυγες απ’ οποιοδήποτε μέρος του κόσμου μπορείτε να φανταστείτε.

Αυτού του είδους οι εγκαταστάσεις έχουν μια διαφορετική ατμόσφαιρα, μία που δεν περιγράφεται εύκολα. Βλέπεις εσύ ο ίδιος εκεί δίπλα σου, διαλυμένες ζωές, γεμάτες απίστευτη δυστυχία, μια δυστυχία που την ζει κάποιος μονάχος και σιωπηλός. Αντικρύζεις πληγωμένες ψυχές και πονεμένες καρδιές και αντιλαμβάνεσαι πως όταν η απόγνωση συναντά την ελπίδα, η αδιαφορία μετατρέπεται σε πράξη και η κατάθλιψη μπορεί να ξεπεραστεί με πράξεις καλοσύνης από άτομα που νοιάζονται.

Συμμετείχα σε πολλά τέτοια εγχειρήματα, σε διάφορα μέρη του κόσμου και συχνά αναρωτήθηκα τι ήταν αυτό που παρακινούσε τους  άλλους συναδέρφους μου εθελοντές — φοιτητές, μαθητές, γονείς, συνταξιούχους — άτομα της καθημερινότητας να προσπαθούν να κάνουν τη διαφορά στον κόσμο που ζούμε. Ήταν η συμπόνια; Η πίστη στο Θεό; Η επιθυμία να κάνουν το καλό, να νοιώσουν χρήσιμοι, να κάνουν τη διαφορά; Ίσως και να είναι λίγο από όλα αυτά.

Εγώ η ίδια πέρασα αρκετά χρόνια κάνοντας ανθρωπιστικό έργο σε Ρωσία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Κροατία, Γερμανία, Ρουμανία, Φιλιππίνες, Μολδαβία, στο Ιράκ και φυσικά και στην ίδια μου τη χώρα, την Ουκρανία. Πέρασα πέντε χρόνια τη δεκαετία του 90’ στην περιοχή του Χάρκοβο της Ουκρανίας, βοηθώντας σε ορφανοτροφεία, παρουσιάζοντας κουκλοθέατρο, διανέμοντας Χριστουγεννιάτικα δώρα και παροτρύνοντας σπουδαστές να βοηθήσουν κι αυτοί εθελοντικά στο έργο μας. Πιο πρόσφατα, πέρασα δύο χρόνια, απ’ το 2015 μέχρι το 2017 συμμετέχοντας και διευθύνοντας κατασκηνώσεις για παιδιά από οικογένειες που είχαν εκδιωχθεί απ’ την περιοχή του Ντονέσκ, ενώ πριν την πανδημία με τον Κόβιντ-19, συνεργαζόμουν με μια ομάδα που ζωγράφιζε τοιχογραφίες σε παιδικά ιδρύματα. Η τελευταία μας τοιχογραφία ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 2021, μια χρονιά που τώρα δείχνει τόσο απόμακρη, λες και ήταν μια άλλη ζωή, πριν τον πόλεμο.

Θα μπορέσω ποτέ να επιστρέψω στην αγαπημένη μου, πανέμορφη, βασανισμένη και τώρα μισο-καταστρεμμένη χώρα μου; Μου πέρασε ποτέ από το μυαλό μου, ότι κάποια μέρα ίσως θα έπρεπε να φύγω τρέχοντας από εκεί για να γλυτώσω τη δική μου ζωή, αναρωτώμενη πόσο θα διαρκέσει αυτός ο πόλεμος;

Εισέρχομαι σε μια αίθουσα.

Μου είπαν ότι θα μπορούσα να πάρω κάποιες πληροφορίες σε αυτό τον σύλλογο που ήταν φωλιασμένος σε ένα δρομάκι μιας μικρής δυτικοευρωπαϊκής πόλης στην οποία είχα καταφύγει. Ένα καλοσυνάτο άτομο με καλωσορίζει στην πύλη — ευτυχώς, στα Αγγλικά — και με ρωτάει τι θέλω, τσάι ή καφέ και αν θα ήθελα γάλα και ζάχαρη! Κατόπιν, μου δίνει ένα πακέτο μπισκότα.

Τώρα βρίσκομαι σε μια μικρή αυλή, σε μια σειρά με άλλα άτομα από τουλάχιστον 15 διαφορετικές εθνικότητες — άνδρες, γυναίκες και παιδιά απ’ τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ουκρανία.

Όταν ήρθε η σειρά μου, κάποιος άλλος κύριος, με μια κονκάρδα στο πουκάμισό του, με οδηγεί σε ένα μικρό γραφείο με δύο τραπέζια και έξη καρέκλες, και με ρωτάει τι χρειάζομαι. Φαγητό; Υποδήματα; Σαμπουάν, οδοντόβουρτσα; Μαθήματα γλώσσας; Μήπως ένα δωρεάν κούρεμα;

Και να σου η Βάλερι, μια χαριτωμένη 52χρονη κομμώτρια που μιλά αγγλικά, και μου λέει να την ακολουθήσω σε ένα διπλανό δωμάτιο, που έχει το μέγεθος μιας μεγάλης ντουλάπας. Με αγκαλιάζει όταν της λέω ότι είμαι απ’ την Ουκρανία και κατόπιν μου λέει να καθίσω σε μια απλή καρέκλα, βάζει μια μαύρη πετσέτα κουρέματος γύρω μου και με ρωτά πώς θα ήθελα να μου φτιάξει τα μαλλιά.

Και τότε αρχίζουν να τρέχουν τα δάκρυα. Όμως γιατί κλαίω δεν είμαι σίγουρη πια. Το μόνο που γνωρίζω είναι, ότι η ζωή μου δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια.

Η Βάλερι συζητά μαζί μου καθώς κάνει τη δουλειά της και μου λέει λίγα πράγματα για αυτήν την ίδια. Της αρέσει ο μαύρος καφές χωρίς ζάχαρη. Έχει έναν μεγάλο γιο που ζει στην Ιταλία ενώ συνεχώς με ρωτά πώς ακριβώς θέλω να μου φτιάξει τα μαλλιά στο πίσω μέρος. Μου λέει ότι είναι βιβλιοθηκάριος σε μια γειτονική πόλη και έρχεται εδώ εθελοντικά μια φορά το μήνα.

Νοιώθω τη φροντίδα, το καλωσόρισμα και την κατανόηση. Στο τέλος μου δίνει μια μικρή μπλε κάρτα με τη διεύθυνσή της. «Γράψε μου, ό,τι και αν χρειάζεσαι. Ακόμα και να βγούμε για ένα καφέ και να τα πούμε».

Νοιώθω τόση ευγνωμοσύνη για τη Βάλερι και την κυρία που μου έκανε την εγγραφή, τους εθελοντές στον διάδρομο, τον κύριο στην είσοδο και καθώς περπατώ αργά στους δρόμους  αυτής της νέας για εμένα πόλης που βρέθηκα, ένα εδάφιο της Βίβλου που απομνημόνευσα όταν ήμουν νέα, παίρνει μια νέα διάσταση: «Σας διαβεβαιώνω πως ότι κάνατε σε έναν από τούτους τούς ελάχιστους αδελφούς Μου, το κάνατε σε Μένα». 1

Με τη φροντίδα αυτών των καλοσυνάτων ανθρώπων και την αγάπη και την προστασία του Θεού, θα είμαι μια χαρά


  1. Ματθαίου 25:40