Η ιστορία μας λαμβάνει χώρα στο Ισραήλ, γύρω στο 850 πΧ. 1 Τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα και στενάχωρα για ένα έθνος που υπέφερε υπό την ηγεσία του χειρότερου βασιλιά που είχε ποτέ. Ο Αχαάβ είχε ασπασθεί τον ειδωλολατρικό θεό της συζύγου του Ιεζάβελ, τον Βάαλ, και υπό τη δική τους ηγεσία, οι προφήτες του αληθινού Θεού εκτελούνταν συστηματικά.

Ο Θεός έστειλε τον προφήτη Του, τον Ηλία, στον Βασιλιά Αχαάβ με ένα δυσοίωνο μήνυμα: «Ζει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ, μπροστά στον οποίο στέκομαι, αυτά τα χρόνια δεν θα υπάρχει δρόσος και βροχή, παρά μονάχα με τον λόγο τού στόματός μου».

Αφού έδωσε αυτή την προειδοποίηση, ο Ηλίας διέφυγε στην έρημο. Ο Θεός τον καθοδήγησε σε ένα ερημικό φαράγγι, όπου υπήρχε ένα μικρό ρυάκι απ’ το οποίο μπορούσε να πιεί και επίσης έδωσε εντολή στους κόρακες να του φέρνουν κομμάτια από ψωμί και κρέας σε καθημερινή βάση.

Και όπως ακριβώς είχε προφητέψει ο Ηλίας, δεν έπεσε ούτε σταγόνα βροχής. Καθώς περνούσαν αργά-αργά οι μήνες του καύσωνα, ο καυτός ήλιος άρχισε να πέφτει βαρύς πάνω στην ξεραμένη γη του Ισραήλ. Τα σπαρτά μαράθηκαν, τα νερά στέρεψαν και άρχισε να επέρχεται λοιμός. Σιγά-σιγά, στέρεψε εντελώς και το ρυάκι Χερίθ, από όπου έπινε νερό ο Ηλίας. Όμως ο Θεός ήταν πιστός και την ημέρα ακριβώς που στέρεψε το ρυάκι, είπε στον Ηλία, «Πήγαινε στα Σαρεπτά και κάθισε εκεί· δες, έχω προστάξει εκεί μια χήρα γυναίκα να σε τρέφει».

Τα Σαρεπτά ήταν περίπου 180 χιλιόμετρα βόρεια από το ρυάκι Χερίθ και ο Ηλίας έπρεπε να κάνει αυτό το επικίνδυνο ταξίδι με τα πόδια. Μετά από μέρες ταξιδιού, μέσα από ερημιές, βραχώδεις λόφους και απότομα μονοπάτια πάνω στα βουνά, τελικά έφθασε στα Σαρεπτά, μια παραλιακή πόλη στη σημερινή χώρα του Λιβάνου. Εξουθενωμένος, ιδρωμένος και γεμάτος σκόνη, διέκρινε μια γυναίκα που μάζευε ξύλα κοντά στην πύλη της πόλης. «Νερό!» της φώναξε. «Σε παρακαλώ φέρε μου λίγο νερό να πιώ!»

Νοιώθοντας οίκτο για αυτόν τον εξουθενωμένο ξένο, η γυναίκα πήγε να του φέρει λίγο νερό, όταν αυτός της ξαναφώναξε, «Και φέρε μου και κάτι για να φάω, σε παρακαλώ!»

Γυρνώντας προς το μέρος του, του είπε αυτή, «Ζει ο Κύριος ο Θεός σου, δεν έχω ψωμί, αλλά μόνον μια χεριά αλεύρι στο πιθάρι, και λίγο λάδι στη κανάτα· και δες, μαζεύω δύο ξυλαράκια, για να πάω και να το φτιάξω για τον εαυτό μου, και για τον γιο μου, και να το φάμε, και να πεθάνουμε».

Ο Ηλίας αντιλήφθηκε ότι αυτή ήταν η γυναίκα που είχε υποσχεθεί ο Θεός να τον φροντίσει και γεμάτος θάρρος της είπε, «Μη φοβάσαι. Πήγαινε και κάνε όπως είπες, όμως ετοίμασέ μου λίγο ψωμί πρώτα και φέρ’ το μου και μετά ετοίμασε λίγο για σένα και τον γιο σου». Στη συνέχεια προφήτεψε, «Επειδή, έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ: ‘Το πιθάρι με το αλεύρι δεν θα αδειάσει ούτε η κανάτα με το λάδι θα ελαττωθεί, μέχρι την ημέρα κατά την οποία ο Κύριος θα δώσει βροχή επάνω στο πρόσωπο της γης’».

Πώς πρέπει να ξαφνιάστηκε αυτή η γυναίκα με αυτή την παράδοξη διακήρυξη!  Ίσως να σκέφτηκε μέσα της, Του είπα πόσο φτωχή είμαι και πως μαζεύω ξυλαράκια για να μαγειρέψω ένα λιγοστό γεύμα για το γιο μου και εμένα και μετά προσδοκώ να πεθάνω απ’ την πείνα – και αυτός μου ζητά να ψήσω λίγο ψωμί γι’ αυτόν πρώτα!

Όμως, επειδή ο Ηλίας της μίλησε στο όνομα του Κυρίου, αυτή γνώριζε ότι ήταν άνθρωπος του Θεού και τον πίστεψε. Πήγε γρήγορα στο σπίτι της, πήρε το λίγο αλεύρι που είχε από τον πάτο του πιθαριού που το φύλαγε. Μετά, πήρε την κανάτα με το λιγοστό λάδι και το άδειασε στο αλεύρι. Όταν το ψωμί ήταν έτοιμο, το έφερε στον Ηλία.

Φανταστείτε τη χήρα εκείνη να συγυρίζει την κουζίνα της μετά και καθώς πάει να βάλει την άδεια κανάτα στη θέση της, να παρατηρεί ότι ήταν πολύ βαρύτερη απ’ ό,τι ήταν λίγα λεπτά πιο πριν. Δυσκολεύεται να πιστέψει στα μάτια της, όταν βλέπει ότι η κανάτα είναι γεμάτη λάδι!

Καθώς βάζει την κανάτα στη θέση της, πάει βιαστικά στο βαρέλι με το αλεύρι και αναφωνεί δυνατά όταν σηκώνει το καπάκι. Αντί να είναι άδειο, όπως ήταν λίγα λεπτά πιο πριν, τώρα είναι γεμάτο μέχρι επάνω με φρεσκοαλεσμένο αλεύρι. Είχε συμβεί ένα θαύμα! Η καρδιά της ξεχειλίζει από ευγνωμοσύνη στον Θεό για μια τέτοια θεσπέσια εκδήλωση της ευλογίας Του. Και όπως είχε προφητέψει και ο Ηλίας, το κιούπι με το αλεύρι δεν άδειασε και η κανάτα με το λάδι δεν τελείωσε όσο διήρκησε η ξηρασία και ο λοιμός. Είχε δώσει αυτό που μπορούσε και ο Θεός της το ξεπλήρωσε πέρα από κάθε της προσδοκία!

Έτσι ενεργεί ο Θεός: Δεν θα σας αφήσει ποτέ να δώσετε περισσότερο απ’ Αυτόν! Πάντα θα σας επιστρέψει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι δίνετε εσείς. Όσο περισσότερο δίνετε, τόσο περισσότερο θα σας ανταποδώσει Αυτός. Οι περισσότεροι άνθρωποι σκέπτονται: «Όταν έχω περισσότερα απ’ όσα χρειάζομαι, όταν είμαι πλούσιος, τότε ίσως θα αρχίσω να δίνω και στους άλλους και θα βοηθώ τους πτωχούς και θα συνεισφέρω στο έργο του Θεού. Ενώ ο Θεός μας λέει, «Αρχίστε να δίνετε απ’ αυτό που έχετε τώρα, και εμπιστευτείτε Με να σας δώσω περισσότερο».


  1. Μια επανάληψη του Βασιλέων Α’ 17