Κάποτε τα Χριστούγεννα

Τα Χριστούγεννα είναι ένα απ’ τα μεγαλύτερα θαύματα που υπήρξαν ποτέ – η αγάπη του Θεού στη μορφή του μοναδικού Του Γιου, του Ιησού, κατέβηκε στη γη για να μας οδηγήσει ξανά στον Θεό, ενώ είναι επίσης πάντα και η εποχή για θαύματα. Και κάθε μικρό θαύμα μας υπενθυμίζει την ατέλειωτη αγάπη του Θεού.

Κάποια Χριστούγεννα, ο σύζυγός μου, ο Ντάνιελ κι εγώ σχεδιάσαμε να πάμε να δώσουμε δώρα σε μερικές απ’ τις πιο φτωχές οικογένειες στην Γκοϊάνια της Βραζιλίας, τη χώρα όπου ζούσαμε τότε. Την προηγούμενη χρονιά ένας φίλος που είχε κατάστημα με παιχνίδια, μας είχε δώσει εκατοντάδες παιχνίδια να τα μοιράσουμε, όμως αυτή τη χρονιά μπόρεσε να μας δώσει μόνο πέντε μεγάλα πλαστικά φορτηγάκια.

Τι κάνεις με πέντε φορτηγάκια μόνο; Προσπαθήσαμε να σκεφτούμε πώς να τα χρησιμοποιήσουμε, μέχρι που μία νύχτα η απάντηση ήλθε στον Ντάνιελ μέσα από ένα όνειρο. «Ξέρω τι μπορούμε να κάνουμε με αυτά τα πέντε φορτηγάκια», μου είπε το πρωί που ξημέρωσε. «Πρόσφατα ο Πέντρο έκανε εγχείρηση καρδιάς». (Ο Πέντρο πουλούσε φρούτα και λαχανικά στην κεντρική αγορά και όποτε μπορούσε τα προσέφερε δωρεάν στην εθελοντική μας εργασία.) «Αυτός και η σύζυγός του, η Μαρία, χρησιμοποίησαν όλες τους τις αποταμιεύσεις τους, για να πληρώσουν τα έξοδα του νοσοκομείου, έτσι θα τους ήταν δύσκολο να αγοράσουν Χριστουγεννιάτικα δώρα για τα πέντε τους αγόρια τη χρονιά εκείνη».

Τα φορτηγάκια ήταν κάπως μεγάλα. Έτσι ο Ντάνιελ τα έβαλε σε μια μεγάλη πλαστική σακούλα και ρίχνοντάς την στην πλάτη του, ξεκίνησε να πάρει το λεωφορείο για την άλλη μεριά της πόλης, όπου ζούσε ο Πέντρο και η οικογένειά του.

Τα παιδιά του Πέντρο και της Μαρίας έπαιζαν στον δρόμο, και καθώς ένα απ’ τα αγόρια είδε τον Ντάνιελ, με μαλλιά που είχαν αρχίσει να ασπρίζουν και με γένια και με τη μεγάλη σακούλα στην πλάτη του, έτρεξε στο σπίτι φωνάζοντας, «Μαμά! Μπαμπά! Ήλθε ο Άγιος Βασίλης!»

Έτσι εκείνο το απόγευμα, ο Άγιος Βασίλης το πέρασε με τον Πέντρο, την Μαρία και τα αγόρια τους. Όταν επέστρεψε σπίτι εκείνο το βράδυ, το πρόσωπο του Ντάνιελ έλαμπε από χαρά καθώς περιέγραφε την ευτυχία στα πρόσωπα των παιδιών. «Ο Πέντρο και η Μαρία στεναχωριόταν που δεν είχαν χρήματα να αγοράσουν δώρα για τα παιδιά, όμως ο Θεός το φρόντισε αυτό! Πέντε αγόρια, πέντε χρωματιστά φορτηγάκια!»