Δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία

Ο Ιησούς έδωσε μια απλή εντολή: «Αγάπα τον πλησίον σου». 1 Εντούτοις, το «πλησίον» ακούγεται κάπως αόριστο και κάποιος εξυπνάκιας, ρώτησε τον Ιησού, «Ποιος είναι ο πλησίον μου;» 2 Ο Ιησούς απάντησε με την ιστορία για έναν ταξιδιώτη που όδευε προς την Ιεριχώ και τον οποίον οι ληστές, κτύπησαν, λήστεψαν και τον άφησαν να πεθάνει εκεί. Δύο άτομα πέρασαν από δίπλα του, όμως δεν σταμάτησαν να βοηθήσουν. 3

Μπορώ να κάνω κάποιες εικασίες για το τι να σκεπτόταν ο καθένας που πέρασε δίπλα απ’ αυτό το ατυχές άτομο, που είχε αφεθεί μόνο του, στην άκρη του δρόμου.

Ο πρώτος ήταν ένας ιερέας. Ντυμένος με τα πιο καλά του άμφια της συναγωγής, ίσως να είχε στον νου του, το κήρυγμα που σχεδίαζε να δώσει στο τέλος της μέρας. Ο νους του είναι γεμάτος απ’ τη δική του σπουδαιότητα, καθώς συλλογίζεται τα γραφόμενα στον νόμο και συγχαίρει τον εαυτό του που ακολουθεί και την παραμικρή διδαχή του.

Ίσως ο ιερέας να τρομοκρατείται κάπως, όταν βλέπει κάποιον γεμάτο αίματα, εκεί στην άκρη του δρόμου. Τα ρούχα του είναι σχισμένα και βρώμικα και, ίσως έτσι, να μην μπορεί να ξεχωρίσει την κοινωνική θέση εκείνου του ανθρώπου. Ο ιερέας κάνει ένα βήμα πιο κοντά, όμως δεν τον αναγνωρίζει. Ίσως να λέει μέσα του ότι δεν μπορεί να αργήσει, δεν θα πρέπει να λερώσει τα ρούχα του και έτσι παίρνει την απόφασή του. Αποστρέφει το βλέμμα του και τον προσπερνάει συνεχίζοντας τον δρόμο του.

Ο ήλιος μεσουρανεί και τα όρνια, ψηλά, αρχίζουν να γυροφέρνουν. Μες την κάψα της ημέρας πλησιάζει ένας Λευίτης. Είναι κι αυτός βιαστικός, ο νους του είναι στα σχέδια που έχει κάνει για τη μέρα που θα βρίσκεται στην Ιεριχώ. Κατόπιν αντικρίζει τον τραυματισμένο ταξιδιώτη, ο οποίος ήταν ακόμη χειρότερα λόγω της ζέστης.

Αμέσως ο Λευίτης αρχίζει να ανησυχεί μήπως και επιστρέψουν οι ληστές. Ίσως να φοβάται μήπως τον ληστέψουν κι αυτόν. Γι’ αυτό τον προσπερνά και συνεχίζει.

Ο κακόμοιρος ταξιδιώτης, αδύναμος και ετοιμοθάνατος, χάνει κάθε του ελπίδα. Περνάει άλλη μια ώρα πριν πλησιάσει το επόμενο άτομο. Αυτή τη φορά όμως, ο τραυματίας δεν έχει καμία ελπίδα ότι το άτομο αυτό, θα σταματήσει να τον βοηθήσει. Βλέπετε το άτομο που πλησίαζε, ήταν Σαμαρείτης.

Δεν υπήρχε καθόλου συμπόνια ανάμεσα στους Ιουδαίους και τους Σαμαρείτες. Οι Ιουδαίοι απεχθάνονταν τους Σαμαρείτες, τους καταριόντουσαν και τους κακολογούσαν εδώ και αιώνες. Αν και είχαν παρόμοιες κουλτούρες και οι Σαμαρείτες ασπάζονταν κι αυτοί την ίδια πίστη, παρ’ όλα αυτά, θεωρούνταν πιστοί δεύτερης κατηγορίας, ανάξιοι να είναι μέρος του Εβραϊκού έθνους. Στις Εβραϊκές συναγωγές, τους καταριόντουσαν, στα δικαστήρια δεν μπορούσαν να πάνε ως μάρτυρες και επίσης οι Ιουδαίοι πίστευαν, ότι οι Σαμαρείτες εξαιρούνταν απ’ την μετέπειτα ζωή.

Αν το σκεφτείτε λίγο, ο Σαμαρείτης είχε κάθε δικαιολογία να μη σταματήσει. Όμως σταματάει, φροντίζει τον τραυματία, τον ανεβάζει πάνω στον γάιδαρό του και τον μεταφέρει στο πιο κοντινό πανδοχείο όπου θα μπορούσαν να τον φροντίσουν μέχρι να γίνει καλύτερα. Όμως δεν σταματάει εκεί. Βγάζει δύο ασημένια νομίσματα απ’ το πουγκί του, πληρώνει τον πανδοχέα για τη φροντίδα του τραυματία και μετά του λέει, «Αν δεν είναι αρκετά, θα σου δώσω τα υπόλοιπα όταν επιστρέψω».

Ο Σαμαρείτης δεν έπαψε «να αγαπά τον πλησίον του» όταν τα πράγματα δυσκόλεψαν ή έγιναν άβολα ή όταν του κόστισε κάτι προσωπικά.

Ο Σαμαρείτης «αγάπησε τον εχθρό του». 4 Παράβλεψε τα χρόνια των αντιπαραθέσεων και προσφέρθηκε να βοηθήσει κάποιον που το χρειαζόταν. Τον αγάπησε όπως και να είχε.

Αυτός «ευλόγησε εκείνους που τον καταριόταν». 5 Επέλεξε να αγνοήσει τις προσβολές και τις αγενείς λέξεις και έδειξε αγάπη όπως και να είχε.

Φέρθηκε «καλά σε εκείνους που τον είχαν κακομεταχειριστεί». 6 Παρότι τον είχαν μεταχειριστεί άσχημα, παρότι τον είχαν καταφρονήσει, αυτός έδειξε αγάπη όπως και να είχε.

Συχνά, μας είναι πολύ εύκολο να βρούμε δικαιολογίες, ώστε να μη νοιαζόμαστε. Τείνουμε να νομίζουμε ότι δεν μπορούμε να δώσουμε παραπάνω αγάπη και όταν φθάνουμε στα όριά μας, μπορούμε να μοιράσουμε μόνο τόση δα αγάπη. Αυτή είναι η ανθρώπινη αγάπη. Βλέπετε η δική μας αγάπη δεν είναι αρκετή.

Με αυτήν την ιστορία, στην ουσία ο Ιησούς αφαίρεσε οποιαδήποτε δικαιολογία μπορεί να έχουμε για να μην αγαπάμε και να νοιαζόμαστε για τους άλλους. Μας έλεγε ότι ο πλησίον μας δεν είναι κάποιος που ζει στην διπλανή πόρτα, αλλά οποιοσδήποτε συναντάμε και έχει την ανάγκη μας. Ο Ιησούς δεν είπε, «Αγάπα τον γείτονά σου, αρκεί αυτός να μην είναι πολύ περίεργος». Δεν είπε, «Αγάπα τη γειτόνισσά σου, αρκεί αυτή να μην σε κουτσομπολεύει». Δεν είπε, «Αγαπάτε τους διπλανούς σας, αλλά μόνο αν σας αρέσει το παρουσιαστικό τους και θα τους θέλατε να είναι φίλοι σας».

«Αγάπα τον πλησίον σου», είπε ο Ιησούς, και αυτό ήταν.

Μας έλεγε να αγαπάμε παρ’ όλες τις μικρές δυσκολίες στη ζωή μας – να αγαπάμε και να μην είμαστε επιλεκτικοί, ούτε μεροληπτικοί. Να αγαπάμε ακόμα και αν μας έχουν πληγώσει ή μας έχουν κακομεταχειριστεί – επειδή έτσι αγαπά Αυτός. Μπορεί όλοι μας να είμαστε δύσκολοι μερικές φορές, όμως Αυτός μας συγχωράει την κάθε φορά και συνεχίζει να μας αγαπά όπως και να έχει. Δεν προσδοκά τελειότητα και δεν μας στερεί την αγάπη Του, όταν εμείς δεν την αξίζουμε.

Ο Ιησούς μας δίνει την αγάπη Του δωρεάν. Όπως εμείς δεχόμαστε την αγάπη του Ιησού δωρεάν, θα πρέπει και να την δίνουμε δωρεάν. 7

  1. Ματθαίου 19:19
  2. Λουκάς 10:29
  3. βλ. Λουκά 10:25-37
  4. βλ. Λουκά 6:35, Ματθαίου 5:44
  5. βλ. Λουκά 6:28
  6. βλ. Ματθαίου 5:44
  7. βλ. Ματθαίου 10:8