Μη – αντεκδίκηση

Ο Ιησούς άρχισε την Επί Του Όρους Ομιλία με τους Μακαρισμούς,1 που αναφέρονταν σε ευλογίες για τους φτωχούς στο πνεύμα, εκείνους που θρηνούν, τους πράους, εκείνους που πεινάνε και διψάνε για δικαιοσύνη, τους ελεήμονες, τους αγνούς στην καρδιά, τους ειρηνοποιούς και εκείνους που διώκονται. Δίδασκε με τι έμοιαζαν εκείνοι που ήταν μέρος του βασιλείου του Θεού. Κατόπιν συνέχισε με ένα άλλο θέμα:

«Ακούσατε ότι ειπώθηκε: ‘Μάτι αντί για μάτι, και δόντι αντί για δόντι’.  Εγώ, όμως, σας λέω, μη αντισταθείτε στον πονηρό· αλλά, όποιος σε ραπίσει στο δεξί σου σαγόνι, στρέψε σ’ αυτόν και το άλλο· και σ’ αυτόν που θέλει να κριθεί μαζί σου, και να πάρει το επανωφόρι σου, άφησέ του και το ιμάτιο· και αν κάποιος σε αγγαρέψει ένα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο. Σ’ αυτόν που ζητάει από σένα, δίνε· και σ’ αυτόν που θέλει να δανειστεί από σένα, μη τον αποστραφείς».2

Η Παλαιά Διαθήκη έθετε πως όταν κάποιος τραυμάτιζε ή σκότωνε κάποιον, η τιμωρία τους θα ήταν ισότιμη με το αδίκημά τους.3 Αυτή η έννοια της αναλογικής ανταπόδοσης ονομάζεται lex talionis και αναφέρονταν επίσης και σε άλλους αρχαίους νομικούς κώδικες.

Σκοπός ήταν να θέσει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, να εξαλείψει τις βεντέτες, όπου ένα άτομο ή μια οικογένεια έπαιρναν τον νόμο στα χέρια τους επειδή ένοιωθαν υποχρεωμένοι να εκδικηθούν τη ζημιά που υπέστησαν οι ίδιοι ή οι συγγενείς τους. Το lex talionis αναφερόταν σε μια ισότιμη ανταπόδοση για τον ένοχο, έτσι ώστε το ζήτημα να έληγε εκεί.

Εντούτοις, ακόμα και στην Παλαιά Διαθήκη, υπάρχουν ομοιότητες με αυτά που δίδαξε ο Ιησούς: «Δεν θα εκδικείσαι ούτε θα μνησικακείς ενάντια στους γιους τού λαού σου· αλλά θα αγαπάς τον πλησίον σου, όπως τον εαυτό σου».4 «Μην πεις: ‘Όπως έκανε σε μένα, έτσι θα κάνω σ’ αυτόν· θα αποδώσω στον άνθρωπο σύμφωνα με το έργο του’».5

Κοιτάξτε στο πρώτο παράδειγμα που χρησιμοποίησε ο Ιησούς: «Όποιος σε ραπίσει στο δεξί σου σαγόνι, στρέψε σ’ αυτόν και το άλλο».

Το να χαστουκίσει κάποιος το σαγόνι κάποιου θεωρείτο σοβαρό αδίκημα και θα μπορούσε να δικαστεί γι’ αυτό και να πληρώσει και πρόστιμο. Με σκοπό να χαστουκίσει ένας δεξιόχειρας κάποιον στο δεξί μέρος από το σαγόνι, ήταν αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει το πίσω μέρος από το δεξί του χέρι και εκείνες τις μέρες, το να χαστουκίσεις το σαγόνι κάποιου με το πίσω μέρος του χεριού θεωρείτο πολύ προσβλητικό και το αποτέλεσμα ήταν να πληρώσει διπλό πρόστιμο. Έτσι ο Ιησούς έλεγε πως όταν κάποιος σας ατίμασε (στο παράδειγμα αυτό με το να σας χαστουκίσει με το πίσω μέρος του χεριού στο σαγόνι), εσείς να μην ζητούσατε οικονομική αποζημίωση μέσω του νομικού συστήματος αλλά καλύτερα να αποδεχτείτε την προσβολή και να μην ανταποδώσετε το κακό και ίσως και να γυρίσετε και το αριστερό μέρος από το σαγόνι για επιπλέον προσβολή.

Στη συνέχεια ο Ιησούς αναφέρεται σε δίκη: «Σ’ αυτόν που θέλει να κριθεί μαζί σου, και να πάρει το επανωφόρι σου, άφησέ του και το ιμάτιο».

Αυτό αναφέρεται σε μια περίπτωση όπου κάποιος εκδικάζεται στο δικαστήριο για το πανωφόρι του, ή το πουκάμισό του. Ο Ιησούς λέει πως σε μια τέτοια περίπτωση κάποιος πρέπει να δώσει και το παλτό του επίσης. Για πολλούς, το να δώσουν το παλτό τους – που σε γενική περίπτωση είναι βαρύτερο από το επανωφόρι και χρησιμοποιείται και ως κουβέρτα το βράδυ – αυτό σήμαινε μεγάλη δυσκολία. Σύμφωνα με τον νόμο της Παλαιάς Διαθήκης, δεν ήταν νόμιμο να κρατήσει κάποιος το παλτό κάποιου για τη νύχτα αν το είχε εκλάβει ως ενέχυρο για κάποιο δάνειο. Ο Ιησούς έλεγε να κάνουμε κάτι περισσότερο, να δώσουμε δηλαδή και το παλτό δωρεάν ακόμα και αν αυτό σήμαινε να κρυώσουμε στην διάρκεια της νύχτας.6

Το τρίτο Του παράδειγμα είχε να κάνει με τον Ρωμαϊκό νόμο, βάσει του οποίου ένας υπόδουλος λαός ήταν νομικά υπόχρεος να μεταφέρει ένα φορτίο ή να εκτελέσει μια υπηρεσία κατόπιν εντολής: «Αν κάποιος σε αγγαρέψει ένα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο».

Αυτή η έννοια που εξαναγκάζεται κάποιος να μεταφέρει ένα φορτίο κατόπιν εντολής των Ρωμαίων μπορεί να ανευρεθεί εκεί που ο Σίμωνας ο Κυρηναίος εξαναγκάστηκε να μεταφέρει τον σταυρό του Ιησού.7

Ο Ιησούς έλεγε στους μαθητές Του πως αν εξαναγκάζονταν να κάνουν μια τέτοια υπηρεσία, ακόμα και από έναν εχθρό, έπρεπε να κάνουν τόσο αυτή και περισσότερο ακόμα.

Το τέταρτο παράδειγμα δεν έχει να κάνει με κάτι όσον αφορά νομικό καθεστώς, αλλά μάλλον αντικατοπτρίζει περισσότερο μια καθημερινή κατάσταση: «Σ’ αυτόν που ζητάει από σένα, δίνε· και σ’ αυτόν που θέλει να δανειστεί από σένα, μη τον αποστραφείς».

Ο Ιησούς διδάσκει γενναιοδωρία για όσους την έχουν ανάγκη, είτε αυτοί είναι ζητιάνοι ή είναι κάποιος που θέλει να δανειστεί χρήματα από εσάς. Όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις, θέτει το σωστό παράδειγμα για τα μέλη του βασιλείου του Θεού. Πρέπει να είμαστε γενναιόδωροι και να δίνουμε ή να δανείζουμε με χαρά. Αυτό δεν σημαίνει να δώσετε όλα όσα έχετε στους ζητιάνους, ούτε να δανείσετε όλα σας τα χρήματα στους άλλους και να φτωχύνετε εσείς ο ίδιος. Αυτό που έχει σημασία είναι να δίνετε με σωστό κίνητρο και όχι με απρόθυμη καρδιά. Όπως έγραψε και ο απόστολος Παύλος όταν συγκέντρωναν χρήματα για να βοηθήσουν τη φτωχιά εκκλησία στην Ιερουσαλήμ. «Κάθε ένας ανάλογα με την προαίρεση της καρδιάς του, όχι με λύπη ή από ανάγκη· επειδή, τον πρόσχαρο δότη αγαπάει ο Θεός».8

Μέσα από αυτά τα τέσσερα παραδείγματα, ο Ιησούς απευθύνεται στη φυσική προδιάθεση που έχουμε εμείς να είμαστε εγωιστές ή προστατευτικοί, εκδικητικοί ή απαιτητικοί για δικαίωση σε περιπτώσεις όπου νοιώθουμε ότι μας έχουν εκμεταλλευτεί ή μας έχουν προσβάλλει ή μας έχουν πληγώσει κατά κάποιο τρόπο.

Ο Ιησούς μας καλεί να ακολουθήσουμε την αρχή της μη – αντεκδίκησης και μας διδάσκει να πηγαίνουμε ενάντια στη φυσική επιθυμία να αμυνθούμε ή να επιθυμούμε εκδίκηση όταν κάποιος μας έχει πληγώσει, μας έχει προσβάλει ή μας έχει αδικήσει. Σαν Χριστιανοί, με τη χάρη του Θεού, έχουμε κληθεί να μην ενδίδουμε σε προσβολές ή να προσαρμόζουμε την απόκρισή μας σύμφωνα με τις πράξεις των άλλων.

Το παράδειγμα της βαριάς προσβολής, καθώς επίσης και εκείνο με το πανωφόρι και τον νόμο, καταδεικνύει τη Χριστιανική ανταπόκριση σε τυχόν προσωπική αδικία – του να μην ανταποκρινόμαστε με ένα πνεύμα εκδίκησης ή  αντιποίνων όταν κάποιος μας έχει αδικήσει. Αυτό δεν υπονοεί ότι οι Χριστιανοί δεν μπορούν ή δεν πρέπει να καταφεύγουν στο νομικό σύστημα όταν τα δικαιώματα τους ή τα δικαιώματα των άλλων παραβιάζονται, ειδικότερα όταν πρόκειται για τη ζωή, την ελευθερία και τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

Το παράδειγμα του να είναι κάποιος εξαναγκασμένος να μεταφέρει κάτι μας διδάσκει ότι όταν είμαστε υποχρεωμένοι από νομικής άποψης να κάνουμε κάτι (καθ’ όν χρόνο δεν είναι κάτι ανήθικο) εμείς θα πρέπει να πάμε το επιπλέον μίλι με το να το κάνουμε πρόθυμα και χωρίς δυσανασχέτηση.

Το να δίνουμε και να δανείζουμε σε εκείνους που ζητάνε, απευθύνεται στη νοοτροπία του τύπου «ό,τι είναι δικό μου είναι δικό μου» και «αν μοιραστώ αυτό που έχω, ίσως και να υποφέρω». Ξανά, ο Ιησούς δεν προασπίζεται το να δίνουμε μέχρι να μην μας μείνει τίποτα και να γίνουμε κι εμείς ζητιάνοι. Αναφερόταν στην έμφυτη εγωιστικότητα και ιδιοτέλεια. Ίσως να μην μπορούμε να δώσουμε στον καθένα, όμως αν κάποιος έχει κάποια ανάγκη και εμείς μπορούμε, τότε θα πρέπει να τον βοηθήσουμε, θα πρέπει να το κάνουμε. Αυτό αληθεύει περισσότερο στην περίπτωση που πρόκειται για έναν αδελφό ή αδελφή εν Χριστώ, όπως έγραφε και ο απόστολος Ιωάννης: «Αν κάποιος έχει την υλική ευχέρεια του βίου τού κόσμου και βλέπει τον αδελφό του να έχει ανάγκη, κλείσει όμως τα σπλάχνα του απέναντί του, πώς η αγάπη τού Θεού μπορεί να μένει μέσα του;»9

Σαν Χριστιανοί και μέλη του βασιλείου του Θεού, έχουμε την πρόκληση να υπερβούμε την φυσική μας συμπεριφορά. Πρέπει να ξεφύγουμε από το σκεπτικό του να νοιαζόμαστε μόνο για τους εαυτούς μας και να προσπαθούμε πιο ενσυνείδητα να ζούμε την αρχή του να αγαπάμε τους γείτονές μας σαν τους εαυτούς μας. Αυτό δεν σημαίνει να γίνουμε ένα «χαλάκι» που το πατάει ο καθένας, παρά μάλλον μια πρόκληση να έχουμε μια νοοτροπία αγάπης, ελέους και συμπόνιας και την αξιοπρέπεια να αφήνουμε μερικά πράγματα να τα πάρει το ποτάμι, να απορροφάμε κάποια τυχόν απώλεια, είτε αυτή έχει να κάνει με υπόληψη είτε με τα οικονομικά. Αντί να αντεκδικούμαστε και να προσπαθούμε να υπερασπιστούμε την περηφάνια μας ή να αναζητάμε πάντα το καλύτερο για τον εαυτό μας, μας έχει ζητηθεί να αγαπάμε και να ακολουθάμε το παράδειγμα του Ιησού, ο οποίος δεν ενδιαφερόταν για τα δικά Του συμφέροντα.

  1. βλ. Ματθαίου 5:3-12
  2. Ματθαίου 5:38-42
  3. βλ. Έξοδος 21:23-25, Λευιτικό 24:19-20, Δευτερονόμιο 19:18-21
  4. Λευιτικό 19:18
  5. Παροιμίες 24:29
  6. βλ. Έξοδος 22:25-27, Δευτερονόμιο 24:10-13
  7. βλ. Ματθαίου 27:32
  8. Κορινθίους Β’ 9:7
  9. Ιωάννου Α’ 3:17