Η φυλακή

Υπάρχει μια ιστορία για την επίσκεψη του Πάπα Λέοντα του 12ου στις Παπικές φυλακές το 1825, που πάει κάπως έτσι: Ο πάπας επέμενε να ρωτάει τον κάθε φυλακισμένο για το πώς κατέληξε να βρίσκεται εκεί μέσα. Όπως είναι φυσικό, ο καθένας διαμαρτυρόταν για την αθωότητά του – όλοι τους εκτός από έναν, ο οποίος παραδέχτηκε ότι ήταν πλαστογράφος και κλέφτης. Γυρνώντας προς τον δεσμοφύλακα ο πάπας, του είπε με αυστηρό ύφος, «Ελευθέρωσε αυτόν τον κατεργάρη αμέσως, πριν η παρουσία του διαφθείρει όλους τους άλλους ευγενείς κυρίους εδώ μέσα!»

Ίσως γελάσουμε κάπως με την ιστορία αυτή, όμως εδώ υπάρχει ένα μάθημα για όλους μας: Η συγχώρεση του Θεού προσφέρεται σε εκείνους που γνωρίζουν ότι την χρειάζονται, δεν την αξίζουν και δεν μπορούν να την κερδίσουν – εκείνους που εξαρτώνται ολότελα από το έλεος και τη χάρη του Θεού.

Αυτή η αρχή ταιριάζει και στη σωτηρία μας δια πίστεως, όμως ισχύει και στην καθημερινή ζωή. Πόσες φορές δεν είμαστε κι εμείς σαν τα άτομα της παραπάνω ιστορίας, απρόθυμοι να παραδεχθούμε τα σφάλματά μας και τα ελαττώματά μας, κάτι που θα βοηθήσει να συγχωρεθούμε και να διευκολύνει τη συμφιλίωσή μας με άτομα που έχουμε βλάψει; Και πόσο συχνά κρατάμε μέσα μας την πληγή και τη δυσανασχέτηση που μας προξένησαν οι πράξεις κάποιου άλλου αντί να συγχωρέσουμε τα λάθη τους και ελαττώματα και να τα ξεχάσουμε;

Ο Λόγος του Θεού μας προτρέπει να συγχωράμε τους άλλους (ακόμα και αν νομίζουμε ότι δεν το αξίζουν), επειδή και εμείς συγχωρεθήκαμε από τον Θεό, όταν κι εμείς δεν το αξίζαμε: «Γίνεστε δε, ο ένας στον άλλον, χρήσιμοι, εύσπλαχνοι, συγχωρώντας ο ένας τον άλλον, όπως και ο Θεός συγχώρησε εσάς διαμέσου τού Χριστού».1

Είτε το άτομο που σας πρόσβαλε, νοιώθει άσχημα είτε όχι, είτε αυτός ή αυτή εκφράζουν μεταμέλεια είτε όχι, η δική σας απόφαση να συγχωρέσετε είναι ουσιαστική στο να σας αποδεσμεύσει απ’ τη δική σας φυλακή, τη φυλακή του πόνου και της πίκρας και να σας καταστήσει ικανούς να συνεχίσετε με τη ζωή σας. Το να συγχωράμε κάποιον που μας έχει πληγώσει δεν είναι ποτέ εύκολο. Όμως με τον Θεό, είναι δυνατόν.

  1. Εφεσσίους 4:32